Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πράτιστος
LSJ
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρασοειδής
πρασόεις
πρασοκέφαλον
πρασοκουρίς
πρασόκουρον
πράσον
πρασόργη
πρασόσπερμον
πρασοφαγέω
πρασοφάγος
πρασόχροος
πρασόχρους
Πρασσαῖος
πρασσοφάγος
Πρασσοφάγος
πράσσω
πρασώδης
πρατά
Πραταλίδας
πρατέος
πρατεύς
πρατήνιον
πρατήρ
πρατήριον
πρατήριος
πράτης
πρατίας
πρατικός
Πρατίνας
πρατιστεύω
πράτιστος
πρατομηνία
πρατόπαις
πρατοπάμπαις
πρατορεύω
πρατός
πρᾶτος
πρατοτόκος
πράτρια
πράττω
Πρᾶτυς
πράτωρ
πραΰγελως
πραϋθυμέω
πραϋθυμία
πραΰθυμος
πραϋλόγος
πραΰλογος
πραϋμενής
πραΰμητις
πραΰνοος
πράϋνσις
πραϋντής
πραϋντικός
πραΰνω
πραϋπάθεια
πραϋπαθέω
πραϋπαθής
πραϋπαθία
πραΰς
πραϋσμός
…
πράτιστος
Save
LSJ
Grieks Nederlands
πράτιστος, v. πρᾶτος.
πράτιστος
Dor.
voor
πρῶτιστος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}