πρατίας
πρᾱτ-ίας, ου, ὁ,
- = πρατήρ, Com.Adesp. 336.5 (dub., cf. πρᾶος).
πρατίας, ου (ὁ) [ᾱᾱ] crieur dans les ventes, titre d’une comédie, Poll. 7, 8.
Étym. πιπράσκω.
πρατίας, [ρᾱ], ὁ, = πρατήρ, Phot. lex. ὁ τὰ δημόσια πωλῶν, κῆρυξ δημόσιος ; comic. bei Poll. 7.8.