Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρηθῆναι
LSJ
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρεσβυγενής
πρεσβυγονία
πρέσβυς
πρέσβυσις
πρεσβυτερικός
πρεσβυτέριον
πρεσβύτερος
πρεσβυτέρως
πρεσβύτης
πρεσβυτής
πρεσβυτίδιος
πρεσβυτικός
πρεσβυτικῶς
πρεσβῦτις
πρεσβυτοδόκος
Πρέσβων
πρεσγέα
πρευμένεια
πρευμενής
πρευμενῶς
πρέω
πρεών
πρηγιστεύω
πρηγμ
πρῆγμα
πρηγματεύομαι
πρηγορεύω
πρηγορεών
πρηδών
πρηεῖα
πρηθῆναι
πρῆθμα
πρήθω
πρήϊον
πρηκτ
πρηκτήρ
πρῆμα
πρημαδίη
πρῆμαι
πρημαίνω
πρημάς
πρημνάς
πρημονάω
πρηνᾶς
πρηνηδόν
πρηνής
πρηνίζω
πρηνισμός
πρηνιχθείς
Πρηξαγόρης
πρῆξαι
Πρηξάσπης
Πρηξίλεως
πρῆξις
Πρηξώ
πρηξών
πρηροσία
πρῆσε
Πρησενταῖος
πρῆσις
πρῆσμα
…
πρηθῆναι
Save
LSJ
Grieks Nederlands
πρηθῆναι, v. πέρνημι.
πρηθῆναι
inf. aor. pass.
van
πέρνημι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}