Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρηνιχθείς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρευμενής
πρευμενῶς
πρέω
πρεών
πρηγιστεύω
πρηγμ
πρῆγμα
πρηγματεύομαι
πρηγορεύω
πρηγορεών
πρηδών
πρηεῖα
πρηθῆναι
πρῆθμα
πρήθω
πρήϊον
πρηκτ
πρηκτήρ
πρῆμα
πρημαδίη
πρῆμαι
πρημαίνω
πρημάς
πρημνάς
πρημονάω
πρηνᾶς
πρηνηδόν
πρηνής
πρηνίζω
πρηνισμός
πρηνιχθείς
Πρηξαγόρης
πρῆξαι
Πρηξάσπης
Πρηξίλεως
πρῆξις
Πρηξώ
πρηξών
πρηροσία
πρῆσε
Πρησενταῖος
πρῆσις
πρῆσμα
πρησμονή
πρήσσω
πρηστεύω
πρηστήρ
πρηστηριάζω
πρηστήριος
πρηστηροειδής
πρηστηροκράτωρ
πρηστηροσόχος
πρηστικός
πρῆστις
πρητήν
πρητήρ
πρητήριον
πρητήριος
πρηϋ
πρηΰγελως
πρηΰνομος
…
πρηνιχθείς
Save
Bailly 2024
πρηνιχθείς,
εῖσα, έν,
part. ao. pass. de
πρηνίζω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}