πρηκτήρ
πρηκτήρ, doer
πρηκτήρ, v. πρακτήρ.
πρηκτήρ, ὁ, ion. = πρακτήρ ; Il. 9.443 μύθων δὲ ῥητῆρʼ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων ; Od. 8.162.
πρηκτήρ
-ῆρος, ὁ
[πρηκ-, πρήσσω.]
- 1
A doer: ἔργων Il. 9.443.
- 2
A trader or trafficker Od. 8.162.
- 1
πρηκτήρ , ῆρος (πρήσσω): doer; ἔργων, Il. 9.433; pl., traders, Od. 8.162.