προάγω
προάγω, προάγω, lead on (verb)
- lead forward or onward, μιν ἐς τὰ οἰκία Hdt. 3.148, etc.; escort on their way, Id. 8.132; τοὺς πεζοὺς οὐ πολλὴν ὁδόν X. Cyr. 3.3.23:—Pass., to be led on, προαγομένης τῆς πόλεως ἐπὶ συμφοράς And. 2.9.
- 2 carry on, αἱμασιάν D. 55.27; produce, Plot. 3.7.6:—Pass., [τάξις] εἰς ὀξὺ προηγμένη brought to a point, Arr. Tact. 16.8.
- b bring on in age, etc., προῆγεν αὐτὸν ὁ χρόνος εἰς ὥραν X. Cyr. 1.4.4:—Pass., ἐπὶ πλείω προῆκται τῆς κατʼ ἰητρικὴν ἐπιμελείας belong to more advanced medical study, Hp. Medic. 13.
- c increase, raise a dose, ἐπὶ ἓξ κοτύλας Ruf. Fr. 68 (v.l. προσ-).
- 3 bring forward, νεκρὸν εἰς τὸ φανερόν, τι εἰς τὸ πρόσθεν, Pl. Lg. 960a, Plt. 262c; τὴν φύσιν εἰς φῶς πᾶσιν Id. Ep. 341d; βουλὴν ἀπόρρητον εἰς φῶς ἡλίου Plu. Vind. 2.552d; οἱ προαγαγόντες εἰς φῶς, = οἱ γονεῖς, Poll. 3.8, cf. Hld. 7.23; call up an apparition, Thessal. in Cat.Cod.Astr. 8(3).137.
- b bring before a tribunal, SIG 826G 22 (ii B.C., Pass.); π. δάνειον POxy. 1562.14 (iii A.D.).
- 4 lead on, induce, persuade, δόλῳ τινὰς π. Hdt. 9.90; ὡς ἡ χρεία προάγει Th. 3.59: with inf. added, κινδυνεύειν τινὰ π. ib. 45; ἐγὼ προήγαγον ὑμᾶς ἄξια τῶν προγόνων φρονεῖν D. 18.206: with Preps., π. θυμὸν ἐς ἀμπλακίην Thgn. 386 (nisi leg. παράγει) ; τινὰς ἐς λόγους Pl. Ti. 22a; εἰς μῖσος X. HG 3.5.2; τὰς συγγενείας εἰς ἔχθραν, εἰς ἄνοιαν τὴν πόλιν, Isoc. 4.174, 8.121; εἰς ὀργὴν ἢ φθόνον ἢ ἔλεον Arist. Rh. 1354a25; εἰς γέλωτα ib. 1415a37; τινὰ ἐπʼ ἀρετήν, opp. προτρέψασθαι, X. Mem. 1.4.1; πάντας ἐκ . . πολέμων ἐπὶ τὴν ὁμόνοιαν Isoc. 5.141; πρὸς . . κακίας ὑπερβολήν D. 20.36; ἐμαυτὸν εἰς ἀπέχθειαν Id. 23.1:—Med., ἐς γέλωτα προαγαγέσθαι τινά move one to laughter, Hdt. 2.121.δʹ; τὴν ὑγρότητα αὐτῶν τοῦ ἤθους εἰς ἔλεον Lycurg. 33; προαξόμεθʼ . . εἰς ἀνάγκην D. 5.14: c. inf., τοῦτο πολεμίους προάγεται ἁμαρτάνειν X. Eq.Mag. 5.15, cf. Aeschin. 3.117, Arist. Pol. 1270b2:—freq. in Pass., προαχθέντας εἰς φιλοποσίαν X. Mem. 1.2.22; εἰς τοῦτʼ ὀργῆς προήχθησαν ὥστε. . Isoc. 20.8: c. inf., οὐ γὰρ ἔγωγε προαχθείην ἂν εἰπεῖν D. 21.79, cf. 18.269, Arist. Ph. 194a31; προάγεται λαλεῖν Men. 164; πολλὰ προηγμένον πρᾶξαι D. 5.23, etc.
- 5 carry forward, advance, π. τὴν πόλιν lead it on to power, Th. 6.18, D. 19.18; π. αὐτὴν (sc. τὴν ἀρχὴν) ἐς τόδε Th. 1.75, cf. Arist. Pol. 1274a10; λόγοισι προάγει . ., ἔργοισι δʼ οὐδὲ κινεῖ Cratin. 300; οὕτω μέχρι πόρρω προήγαγον [τὴν ἔχθραν] carried it so far, D. 18.163; π. [τὰ πράγματα] ἐπὶ τὸ βέλτιον Id. Prooem. 38, etc.; τὴν πραγματείαν π. εἰς τὸ πρόσθεν promote the study, Aristox. Fr.Hist. 81; [τὰ μαθήματα] Arist. Metaph. 985b24; τὰς τέχνας Id. SE 183b29, cf. Po. 1449a13; π. καὶ διαρθρῶσαι τὰ καλῶς ἔχοντα τῇ περιγραφῇ carry on and complete . ., Id. EN 1098a22, cf. Pol. 1282b35:—Med., ἐς τοῦτο [τὰ Περσέων πρήγματα] προηγάγοντο Hdt. 7.50:—Pass., increase, become rife, D. 19.266.
- b of persons, promote or prefer to honour, δᾶμος εἰς ἀριστοκρατίαν ἄνδρας αἰ προάγοι καλῶς Isyll. 3, cf. Plb. 12.13.6, etc.; τινὰς εἰς δόξαν, ἐφʼ ἡγεμονίας, Plu. Them. 7, Galb. 20, etc.; ἐπὶ μέγα προαχθῆναι Luc. Alex. 55.
- c prefer in the way of choice, esp. in Pass., αἱ προηγμέναι φυλαί J. AJ 4.8.44: προηγμένος distinguished, outstanding, ὥρα Philostr.Jun. Im. Praef.
- 6 in Stoic Philos., of things neither good nor bad but promoted or advanced above the zero point of indifference, προηγμένον . . ὃ ἀδιάφορον <ὂν> ἐκλεγόμεθα Zeno Stoic. 1.48, cf. Aristo ib. 83, Chrysipp. ib. 3.28, etc.; cf. ἀποπροάγω.
- 7 in pf. Pass. with med. sense, οὕτω προῆκται τοὺς παῖδας ὥστε . . has had them brought up in such a way that . ., D. 54.23: also in pass. sense, ἐπιεικῶς τοῖς ἔθεσι προηγμένοι Arist. EN 1180a8.
- 8 pronounce a discourse, κατὰ θεωρίαν π. πάντα Philostr. VS 2.9.3; αἱ κατὰ σχῆμα προηγμέναι τῶν ὑποθέσεων ib. 2.4.2.
- II intr., lead the way, go before, πρόαγε δή Pl. Phdr. 227c; σοῦ προάγοντος ἐγὼ ἐφεσπόμην Id. Phd. 90b, cf. X. An. 6.5.6, etc.: with acc. added, προῆγε πολὺ πάντας dub. in J. BJ 6.1.6 (leg. πάντων): of a commander, lead an advance, push forward, Plb. 2.65.1, 3.35.1, etc.
- 2 metaph., ὁ προάγων λόγος the preceding discourse, Pl. Lg. 719a; αἱ π. γραφαί J. AJ 19.6.2; ὁ π. μήν PSI 5.450.59 (ii A.D.).
- 3 go on, advance, ἐπὶ πολὺ προάγει τῇ τε βίᾳ καὶ τῇ ὠμότητι Decr. ap. D. 18.181; ἐκ τῶν ἀσαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα Arist. Ph. 184a19; πόρρω π. ὕβρεως Clearch. 6 (τὸ ἔργον προῆγε (ν) is v.l. for προσῆγε in Hdt. 9.92); πᾶς ὁ προάγων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ 2 Ep.Jo. 9: of Time, τῆς ἡμέρας ἤδη προαγούσης Plb. 18.8.1; reach, attain to, εἰς τὰς ὀκτὼ μυριάδας Phld. Ind.Sto. 32.
- 4 excel, τινος Dsc. 1.71 (v.l. προέχει) ; ἀρχαιότητι J. Ap. 2.15.
1. met acc.
a. naar voren brengen, verder brengen:
b. overdr. vooruit brengen:
2. intrans.
a. voorgaan, vooropgaan,
b. voortgaan, verder gaan:
Eben so im med., ἐς τοῦτό σφεα προηγάγοντο, bis zu dieser hohen Stufe befördern, Her. 7.50.2. ἐς γέλωτα προαγαγέσθαι τινά, Einen zum Lachen bringen, 2.121.4, εἰς εὐπορίαν, Isocr. 4.37 ; εἰς αἰσχύνην καὶ ἀδοξίαν προῆχε τὴν πόλιν, Dem. 25.8, zu Ehren bringen, befördern ; Pol. 12.13.6, 15.21.4 u. öfter. Bis wohin treiben, τὸ πρᾶγμα εἰς τοῦτο προῆκτο, Dem. 37.13 ; vgl. Thuc. 1.144, 6.18. – Auch = Kinder erziehen, εἰ γὰρ οὕτω τοὺς ἑαυτοῦ προῆκται παῖδας, Dem. 54.23.
Auch sc. ἑαυτόν, scheinbar intr., vor-, vorwärts-, weitergehen, πρόαγε δή, Plat. Phaedr. 227c, σοῦ προάγοντος ἐγὼ ἐφεσπόμην, Phaed. 90a, u. öfter ; so will auch Schweigh. bei Her. 9.92 τὸ ἔργον προῆγε statt προσῆγε lesen ; ἐκ τοῦ βουλευτηρίου προῆγον ἐπὶ τὴν θάλασσαν, Pol. 14.10.1, u. öfter, bes. von Feldherren, sc. τὸ στράτευμα, das Heer vorführen, vorrücken ; ähnlich ἐπὶ πολὺ προάγει τῇ τε βίᾳ καὶ τῇ ὠμότητι, Dem. 18.181 ; Sp., wie S.Emp.
Strong 4254
1. prop. trans., to lead on, lead forth or forward: c. acc. pers., Ac 16:30 17:5; of bringing forth to trial, Ac 12:6 (WH, txt., προσάγ-); seq. ἐπί, c. gen. pers., Ac 25:26.
2. Intrans. (Plat., Polyb., and later writers; v. Bl., § 53, 1; MM, xxi);
(a) to lead the way, I Ti 1:18 (R, mg.), hence, to go before, precede: Lk 18:39; opp. to ἀκολουθέω, Mk 11:9; seq. εἰς, Mt 14:22, Mk 6:45, I Ti 5:24, He 7:18; c. acc. pers., Mt 2:9 21:9, Mk 10:32; seq. εἰς, Mt 21:31 26:32 28:7, Mk 14:28 16:7;
(b) to go on, advance (Si 20:27): II Jo 9.†
- Ito lead forward, on, onward, Hdt., etc.: to escort on their way, Hdt., Xen.
- 2to bring forward in public, Plat.
- 3to lead on, induce, Hdt., Thuc.; c. inf., πρ. τινὰ κινδυνεύειν Thuc.; with Preps., πρ. θυμὸν ἐς ἀμπλακίην Theogn.; τινὰ εἰς φιλοποσίαν, εἰς μῖσος Xen.; ἐπʼ ἀρετήν Xen.:—so in Mid., ἐς γέλωτα προαγαγέσθαι τινά to move one to laughter, Hdt.; εἰς ἀνάγκην Dem.
- 4to carry on or forward, πρ. τὴν πόλιν to lead it on to power, Thuc.; μέχρι πόρρω προήγαγον τὴν ἔχθραν carried it so far, Dem.:—Pass. to increase, wax, Dem.
- bof persons, to promote or prefer to honour, Plut.
- 5perf. pass. with mid. sense, προῆκται παῖδας οὕτω ὥστε . ., has had them brought up in such a way that . ., Dem.; but also in pass. sense, τοῖς ἔθεσι προηγμένοι Arist.
- IIintr. to lead the way, go before, advance, Plat., Xen., etc.:—an acc. added, to go before one, NTest.
-
…τοὺς δὲ καταδεεστέραν τὴν φύσιν ἔχοντας ἀγωνιστὰς μὲν ἀγαθοὺς ἢ λόγων ποιητὰς οὐκ ἂν ἀποτελέσειεν, αὐτοὺς δʼ ἂν αὑτῶν προαγάγοι καὶ πρὸς πολλὰ φρονιμωτέρως διακεῖσθαι ποιήσειεν. βούλομαι δʼ, ἐπειδή περ εἰς τοῦτο προῆλθον, ἔτι σαφέστερον εἰπεῖν περὶ…
Isocrates, Speeches
-
…ποσὶν ἀμφοτέροις δοκεῖ, ἀποβλέπει δὲ ἀπʼ ἀμφοτέρων. δεῖ δέ, ὦ Θηράμενες, ἄνδρα τὸν ἄξιον ζῆν οὐ προάγειν μὲν δεινὸν εἶναι εἰς πράγματα τοὺς συνόντας, ἂν δέ τι ἀντικόπτῃ, εὐθὺς μεταβάλλεσθαι, ἀλλʼ ὥσπερ ἐν νηὶ…
Xenophon, Hellenica
-
…μὲν οὖν τἀγαθὸν ταύτῃ · δεῖ γὰρ ἴσως ὑποτυπῶσαι πρῶτον, εἶθʼ ὕστερον ἀναγράψαι. δόξειε δʼ ἂν παντὸς εἶναι προαγαγεῖν καὶ διαρθρῶσαι τὰ καλῶς ἔχοντα τῇ περιγραφῇ, καὶ ὁ χρόνος τῶν τοιούτων εὑρετὴς ἢ συνεργὸς ἀγαθὸς εἶναι · ὅθεν…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…μὲν οὖν δύναται ψυχὴ καὶ σώματι συνδεδεμένη · ποιεῖ γὰρ αὐτῆς ὄργανον αἰσθανόμενον ἀοράτως αὐτὸ κινοῦσα καὶ θνητῆς φύσεως περαιτέρω προάγουσα ταῖς πράξεσιν · οὐ μὴν ἀλλʼ ἐπειδὰν ἀπολυθεῖσα τοῦ καθέλκοντος αὐτὴν βάρους ἐπὶ γῆν καὶ προσκρεμαμένου χῶρον ἀπολάβῃ τὸν οἰκεῖον…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…τὸ προορᾶσθαι τὸ μέλλον, ζωγρίᾳ δʼ ἐκυρίευσαν πλειόνων ἢ τριακοσίων. ὧν ἀναπεμφθέντων εἰς τὴν Ῥώμην, οἱ στρατηγοὶ προαγαγόντες εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ μαστιγώσαντες ἅπαντας κατὰ τὸ παρʼ αὐτοῖς ἔθος ἐπελέκισαν, βουλόμενοι διὰ τῆς εἰς ἐκείνους τιμωρίας ,…
Polybius, Histories
-
…οἱ δὲ Πελοποννήσιοι, ἐπειδὴ αὐτοῖς οἱ Ἀθηναῖοι οὐκ ἐπέπλεον ἐς τὸν κόλπον καὶ τὰ στενά, βουλόμενοι ἄκοντας ἔσω προαγαγεῖν αὐτούς, ἀναγαγόμενοι ἅμα ἕῳ ἔπλεον, ἐπὶ τεσσάρων ταξάμενοι τὰς ναῦς ἐπὶ τὴν ἑαυτῶν γῆν, ἔσω ἐπὶ τοῦ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…λέγεις. καὶ τοῦτο μὲν δὴ ἕξει ὅπῃ ἂν αὐτὸ ἡ φήμη ἀγάγῃ · ἡμεῖς δὲ τούτους τοὺς γηγενεῖς ὁπλίσαντες προάγωμεν ἡγουμένων τῶν ἀρχόντων. ἐλθόντες δὲ θεασάσθων τῆς πόλεως ὅπου κάλλιστον στρατοπεδεύσασθαι, ὅθεν τούς τε ἔνδον μάλιστʼ ἂν κατέχοιεν…
Plato, Republic
-
…πόδας ἰέναι, καὶ οὐκ ἀηδές, ἄλλως τε καὶ τήνδε τὴν ὥραν τοῦ ἔτους τε καὶ τῆς ἡμέρας. πρόαγε δή, καὶ σκόπει ἅμα ὅπου καθιζησόμεθα. ὁρᾷς οὖν ἐκείνην τὴν ὑψηλοτάτην πλάτανον ; τί μήν ; ἐκεῖ σκιά…
Plato, Phaedrus
-
…; τί μήν ; ἐκεῖ σκιά τʼ ἐστὶν καὶ πνεῦμα μέτριον, καὶ πόα καθίζεσθαι ἢ ἂν βουλώμεθα κατακλινῆναι. προάγοις ἄν. εἰπέ μοι, ὦ Σώκρατες, οὐκ ἐνθένδε μέντοι ποθὲν ἀπὸ τοῦ Ἰλισοῦ λέγεται ὁ Βορέας τὴν Ὠρείθυιαν…
Plato, Phaedrus
-
…ἐγώ. εἰκὸς γάρ, ἔφη. ἀλλὰ ταύτῃ μὲν οὐχ ὅμοιοι οἱ λόγοι τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλὰ σοῦ νυνδὴ προάγοντος ἐγὼ ἐφεσπόμην, ἀλλʼ ἐκείνῃ, ᾗ, ἐπειδάν τις πιστεύσῃ λόγῳ τινὶ ἀληθεῖ εἶναι ἄνευ τῆς περὶ τοὺς λόγους…
Plato, Phaedo