προαγωγεύς Save LSJ Bailly 2024 προᾰγωγ-εύς, έως, ὁ, = προαγωγός, dub. in D.C. 46.6. προαγωγεύς, έως (ὁ) [ᾰ] c. προαγωγός, DC. 46, 6.