προθυμοποίησις
προθυμοποίησις, encouraging
προθῡμοποί-ησις, εως, ἡ,
- encouraging, Eust. 1015.3.
προθυμοποίησις, [ῡ], ἡ, das guten Mut od. bereitwillig machen, Eust.
προθυμοποίησις, encouraging