προθυρίδιος Save Bailly 2024 Pape προθυρίδιος, α, ον [ῠῐδ] c. le préc. Sext. M. 9, 185 vulg. προθυρίδιος, = προθύραιος ; ἡ προθυριδία, = προθυραία, Artemis, Sext.Emp. adv.phys. 1.185.