προθωράκιον
προθωράκιον, shield
προθωράκιον [ᾱ], τό,
- shield, Str. 17.3.7.
προ·θωράκιον, ου (τὸ) [ᾱ] bouclier, Str. 828.
Étym. π. dim. de θώραξ.
προθωράκιον, τό, Vorpanzer, Strab. XVII.
προθωράκιον, shield