προπιστόομαι
προπιστόομαι, to be made credible before
προπιστ-όομαι, Pass.,
- to be made credible before, pf. προπεπίστωμαι S.E. P. 1.116, M. 8.122, 261; ἐκ φαινομένου π. τὸ ἄδηλον ib. 62.