προπολεμητήριον
προπολεμητήριον, bastion, outwork
προπολεμ-ητήριον, τό,
- bastion, outwork, π. εἶναι τῆς Ἰταλίας D.S. 14.100.
προπολεμητήριον, ου (τὸ) rempart, défense, DS. 14, 100.
Étym. προπολεμέω.
προπολεμητήριον, τό, Schutzwehr im Kriege, DS. 14.190.