Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προπορευτής
προπορευτής, vanguard
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προπολεμέω
προπολεμητήριον
προπολέμιος
προπόλεος
προπόλευμα
προπολεύς
προπολεύω
προπολέω
προπόλιον
προπολιόομαι
προπόλιος
προπολιόω
πρόπολις
προπολιτεύομαι
προπολιτεύω
πρόπολος
πρόπομα
προπομπεία
προπομπεύω
προπομπέω
προπομπή
προπομπία
προπόμπιος
προπομπός
προπονέω
πρόπονος
Προποντίς
προποντίς
προπορεία
προπορεύομαι
προπορευτής
προπορεύω
προπορίζομαι
προπορίζω
προπόρφυρος
πρόπος
πρόποσις
προπότης
προποτίζω
προπότισμα
προποτισμός
προποτιστέον
προπουματᾶς
πρόπους
προπραγματεύομαι
προπραξία
πρόπρασις
προπράσσω
προπρατήρ
προπράτης
προπράττω
προπράτωρ
προπράων
προπρεσβεύω
προπρεών
προπρηνής
προπρήων
προπρό
προπροβιάζομαι
προπροθέω
πρόπροθι
…
προπορευτής
Save
προπορευτής, vanguard
LSJ
προπορ-ευτής, οῦ, ὁ, in pl.,
vanguard,
Agath.
2.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}