προτέλεσμα
προτέλεσμα, prognostication
προτέλ-εσμα, ατος, τό,
- = foreg. [προτέλεσις, prognostication], Ptol. Tetr. 77.
προτέλεσμα, ατος (τὸ) prédiction, Ptol. Tetr. 77.
Étym. προτελέω.