προτελεσματικός
προτελεσματικός, belonging to prognostication
προτελ-εσματικός, ή, όν,
- belonging to a προτέλεσμα, Procl. Par.Ptol. 48.
προτελεσματικός, ή, όν [ᾰ] qui concerne une prédiction, Procl. Ptol. p. 48, 26.
Étym. προτέλεσμα.