προτροπάδαν
προτροπάδαν, headlong
προτροπᾰδᾱν
- 1headlong ἀνὰ δʼ ἡμιόνοις ξεστᾷ τʼ ἀπήνᾳ προτροπάδαν Πελίας ἵκετο σπεύδων P. 4.94
προτροπάδαν, headlong