πρόσμακρος
πρόσμακρος, prolonged, elongated
πρόσμακρος, ον,
- = πρόμακρος (q.v.), Hp. Steril. 235, Epid. 6.7.2 codd.
πρόσμακρος, noch dazu hervorragend, Hippocr., zw.
πρόσμακρος, prolonged, elongated