προσμηκύνω
προσμηκύνω, provide as an extension, add
προσμηκύνω,
- provide as an extension, add, δειπνιστήρια προσεμήκυναν δειπνιστηρίοις IG 5(2).268.36 (Mantinea, i B.C./i A.D.):—Pass., προσεμηκύνετο αὐτοῖς καὶ βαίτης . . ἀπόλαυσις ib. 48.