πτυρμός
πτυρμός, consternation
πτυρμός, ὁ,
- consternation, Hsch. s.v. πτοία (πτοιρμός cod.), Phot. s.v. πτοίαν, Eust. 795.29.
πτυρμός, ὁ, das Scheuwerden, der Schrecken, πτοίησις, φρίκη, VLL.