About Report a problem

Menu

πτύσχλοι

πτύσχλοι and πτύχλοι, οἱ,
  • = ὑποδημάτιόν τι, Phot.; πτύοχλον (leg. πτύσχλον), = ὑπόδημα ἀνδρεῖον, Hsch.: cf. ἕπτυσχλοι (quod fort. legend.).

Saved

Recent