πυργώδης
πυργώδης, like a tower
πυργ-ώδης, ες,
- = πυργοειδής, towering, S. Tr. 273.
πυργώδης, ης, ες, c. πυργοειδής, Soph. Tr. 273.
Étym. πύργος, -ωδης.
πυργώδης, ες, = πυργοειδής, ἀπʼ ἄκρας ἧκε πυργώδους πλακός, Soph. Trach. 272.
πυργώδης
πυργ-ώδης, ες
εἶδος
- like a tower, Soph.