Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πυρεσσός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πυργοποιέω
πυργοποιία
πυργοποιΐα
πυργοποιός
πύργος
Πύργος
πυργοσείστης
πυργοσκάφος
πυργοῦχος
πυργοφορέω
πυργοφόρος
πυργοφύλαξ
πυργόω
πυργώδης
πύργωμα
πύργωσις
πυργῶτις
πυργωτός
πυρδαής
πύρδαιον
πύρδαλον
πύρδανον
πύρεθρον
πυρεῖον
πύρειος
πυρεκβολίτης
πυρέκβολος
πυρεκβόλος
πυρεκτικός
πύρεξις
πυρεσσός
πυρέσσω
πυρεστία
πυρεταίνω
πυρετέω
πυρετιάω
Πυρετίδης
πυρετικός
πυρέτιον
πυρετός
Πυρετός
πυρετοφόρος
πυρέττω
πυρετώδης
πυρεύς
πυρευστικός
πυρευτής
πυρευτική
πυρευτικός
πυρεύω
πυρή
πυρήϊον
πυρήν
πυρηνάδες
Πυρηναῖα
Πυρηναῖος
πυρήνεμος
Πυρήνη
πυρηνίδιον
πυρηνίζειν
πυρήνιον
…
πυρεσσός
Save
LSJ
πῠρεσσός, ὁ,
=
πυρετός,
PFay.
248 (100 A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}