πυρετικός Save LSJ Bailly 2024 πῠρετ-ικός, ή, όν, = πυρεκτικός, Ptol. Tetr. 85. πυρετικός, ή, όν [ῠ] de fièvre, fébrile, Ptol. Tetr. 85. Étym. πυρετός.