σητόκοπος
σητό-κοπος, ον, (κόπτω)
- = σητόβρωτος, Dsc. 2.182, AP 11.78 (Lucill.), Damocr. ap. Gal. 14.127.
σητό·κοπος, ος, ον, c. le préc. Anth. 11, 78 ; Diosc. 2, 213.
Étym. σής, κόπτω.
σητόκοπος, = σητόβρωτος, βιβλάρια, Lucill. 18 (XI.78).