σιτοποιητικός Save LSJ Bailly 2024 σῑτοποι-ητικός, ή, όν, = σιτοποιικός, Gal. Thras. 44. σιτοποιητικός, ή, όν [σῑ] c. σιτοποιϊκός, Gal. 6, 37b.