σιτομετροσακκοφόρος
σιτομετροσακκοφόρος, one who carries sacks for the σιτομέτραι
σῑτομετροσακκοφόρος, ὁ,
- one who carries sacks for the σιτομέτραι, Frisk Bankakten 1 xxii 3 (ii A.D.).