σιτόμετρον Save Bailly 2024 Pape σιτό·μετρον, ου (τὸ) [ῑ] c. σιτομετρία, Plut. M. 313b. Étym. σῖτος, μέτρον. σιτόμετρον, [ῑ], τό, = σιτομέτριον, Plut. Parall. 31.