σιτοπονία Save LSJ Bailly 2024 Pape σῑτοπον-ία, ἡ, = σιτοποιία, Hierocl. p.62 A. σιτοπονία, ας (ἡ) [σῑ] c. σιτοποιΐα, Phil. 1, 392. Étym. σιτοπόνος. σιτοπονία, [σῑ], ἡ, = σιτοποιΐα, Philo.