About Report a problem

Menu

σιτολογικός

σιτολογικός, of a σιτολόγος

σῑτολογ-ικός, ή, όν,
  • of a σιτολόγος, διάγραμμα Sammelb. 7450.13 (iii B.C.): Subst. σῑτολογ-ικόν, τό, fee paid to the σιτολόγος, POxy. 740.22 (ii/ iii A.D.).

Saved

Recent