σιτοπονέω Save LSJ Bailly 2024 σῑτοπον-έω, = σιτοποιέω, Ph. 2.233, 467. σιτοπονέω-ῶ [ῑ] c. σιτοποιέω, Phil. 2, 233, 467. Étym. σιτοπόνος.