σιτοπόνος Save LSJ Bailly 2024 Pape σῑτοπόν-ος (parox.), ὁ, ἡ, = σιτοποιός, Ph. 1.131, al. σιτο·πόνος, ος, ον [ῑ] c. σιτοποιός. Phil. 1, 38, 616. σιτοπόνος, [ῑ], = σιτοποιός, Sp.