About Report a problem

Menu

σιωπηλός

σιωπηλός, silent, still, quiet

σῐωπ-ηλός, ή, όν,
  • silent, E. Med. 320, Arist. Pr. 953b1, Plu. Aud. 2.47d; σιωπηλότερος τῶν Πυθαγόρᾳ τελεσθέντων Prov. ap. Suid. s.v. σιωπή; τὸ σ. taciturnity, Plu. Fab. 1: of things, σ. κίθαρις Call. Ap. 12; θάλασσα calm, Gal. 6.709. Adv. -λῶς Poll. 5.147.
    • II σιωπηλόν, τό, = κατακάλυμμα, Sm. Is. 47.2; cf. σιώπησις.

Saved

Recent