σκαιωρία
σκαιωρία, mischief
σκαιωρ-ία, ἡ,
- mischief, Tz. H. 8.903. (Cf. σκευωρός fin.)
σκαιωρία, ἡ, = σκαιούργημα ; Hinterlist, Nachstellung, Hesych., Tzetz. Chil. 8.903.
σκαιωρία, mischief