σκαλαβώτης
σκᾰλᾰβώτης, ου, ὁ, later form for ἀσκαλαβώτης, Orac. ap. Eus. PE 5.12 (s. v.l.).
σκαλαβώτης, ου (ὁ) [ᾰᾰ] c. ἀσκαλαβώτης, Hécat. (Eus. P.E. 200c).
σκαλαβώτης, ὁ, sp. Form für ἀσκαλαβώτης, vgl. Meineke Menandr. p. 69.