σκαιοσύνη
σκαιοσύνη, awkwardness
σκαι-οσύνη, ἡ,
- = sq. [σκαιότης], S. OC 1213 (lyr.).
σκαιοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] c. le suiv. Soph. O.C. 1213.
σκαιοσύνη, ἡ, = σκαιότης ; Soph. O.C. 1215 ; Ar. bei Suid.