σκαίωμα
σκαίωμα, zig-zag slope
σκαίωμα, ατος, τό,
- zig-zag slope, Plb. 5.59.9 (s. v.l.).
σκαίωμα, ατος (τὸ) courbure, Pol. 5, 59, 9.
Étym. σκαιός.
σκαίωμα, τό, Krümmung, Pol. 5.59.9, v.l. für σκάλωμα u. σκολίωμα, itinera scaeva des Vitruv., 1.5.1.