σκαιότης
σκαιότης, lefthandedness, awkwardness
σκαι-ότης, ητος, ἡ, (σκαιός III)
- awkwardness, ἀγνωμοσύνη καὶ σ. Hdt. 7.9.βʹ; αὐθαδία τοι σκαιότητʼ ὀφλισκάνει S. Ant. 1028; ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σ. Pl. R. 411e; σ. πλουσία, opp. σοφὴ πενία, Critias 29 D.; σ. τῶν τρόπων D. 6.19.
σκαιότης, ητος (ἡ) gaucherie, maladresse ou grossièreté, Hdt. 7, 9 ; Soph. Ant. 1028 ; Plat. Rsp. 441e ; Dém. 70, 20.
Étym. σκαιός.
σκαιότης, ητος, ἡ, linkisches Wesen, ungesittetes, grobes Betragen, Ungeschicklichkeit ; Unerfahrenheit, Unwissenheit ; καὶ ἀγνωμοσύνη, Her. 7.9.2 ; ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σκαιότητι ζῇ, Plat. Rep. III.411e ; διὰ σκαιότητα τῶν τρόπων τῶν μετὰ ταῦτʼ οὐδὲν προόψεσθαι, Dem. 6.19 ; Folgde, wie Pol. 32.19.4, Luc. Tim. 44 ; τρόπου, Alciphr. 3.22.
σκαιότης, ητος, ἡ,
σκαιός III.
- lefthandedness, awkwardness, Hdt., Soph., etc.