σκίμπων Save LSJ Pape σκίμπων, v. σκίπων. σκίμπων, ωνος, ὁ, = σκίπων, σκήπων, Stab, Stütze ; σκολιῷ σκίμπωνι χερὸς διερειδομένα, Eur. Hec. 65 ; Plut. Camill. 22 ; Schol. Ar. Vesp. 727.