σκίναρ
σκίναρ, body
σκίνᾰρ [ῐ], ᾰρος, τό,
- body, Nic. Th. 694; cf. σκῆνος II.
σκίναρ, αρος (τὸ) [ῐᾰ] corps, Nic. Th. 694.
σκίναρ, αρος, τό, der Leib, Nic. Th. 694, wie σκῆνος.
σκίναρ, body