σκιμβός
σκιμβός, halt
σκιμβός, ή, όν,
- halt, Hsch., cf. Sch. Ar. Nu. 254.
σκιμβός, ή, όν, c. σκαμβός, Sch.-Ar. Nub. 254.
σκιμβός, hinkend, hockend, kauernd, Hesych. Vgl. σκαμβός.
σκιμβός, halt