Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκιμπάζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκιδαφή
σκίδναμαι
σκίδνημι
Σκίδρος
σκιερός
σκιή
σκιητροφέω
σκιθακός
σκιθαρκός
σκίλλα
σκιλλητικός
σκίλλινος
σκιλλίτης οἶνος
σκιλλιτικός
σκιλλοκέφαλος
σκιλλοκρόμμυον
σκιλλομαχία
σκίλλος
Σκιλλούντιος
Σκιλλοῦς
Σκιλλοῦστις
σκιλλώδης
Σκιλοῦρος
σκιμαλίζω
σκίμαλλος
σκιμβάδες
σκιμβάζω
σκιμβασμός
σκιμβός
σκίμβρον
σκιμπάζω
σκιμπόδιον
σκιμποδίσκος
σκίμπους
σκίμπτομαι
σκίμπτω
σκίμπτων
σκίμπων
σκίναξ
σκίναρ
σκινδακός
σκινδαλαβίζω
σκινδάλαμος
σκινδαλαμοφράστης
σκινδαλεύω
σκινδαλμός
σκινδαρεύω
σκινδαρέω
σκινδαρίζω
σκινδάριον
σκίνδαρος
σκινδαφός
σκίνδαφος
σκινδαψίζομαι
σκινδαψός
σκίνδιον
σκινδύλιον
σκινθαρίζω
σκίνθαρος
Σκίνθαρος
σκινθός
…
σκιμπάζω
Save
Pape
σκιμπάζω
, = σκιμβάζω ; χωλαίνειν erkl.,
Schol. Ar. Nub
. 255.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}