σκίρωμα Save LSJ Bailly 2024 σκῑρ-ωμα, ατος, τό,= σκῖρος 2, Dsc. 1.1 (σκιρρ-); f.l. for σκλήρωμα in Poll. 4.198. σκίρωμα, ατος (τὸ) [ῑ] c. σκῖρος, Diosc. 1, 1.