Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκιφός
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκιρτηματικῶς
σκίρτησις
σκιρτητής
σκιρτητικός
σκιρτοπόδης
σκιρτοποιέω
Σκίρτος
σκιρτός
Σκιρτός
σκιρτόω
σκιρτών
Σκιρφώνδας
σκιρώδης
σκίρωμα
Σκίρων
σκίρων
Σκιρωνίδης
Σκιρωνικός
Σκιρωνίς
σκίρωσις
σκιταλίζω
Σκίταλοι
Σκίτων
σκιφατόμος
σκίφη
σκιφίας
σκιφίζω
σκιφίνιον
σκιφίνιος
σκίφος
σκιφός
σκιφύδριον
σκίψ
σκιώδης
σκιώδιον
σκιώδως
Σκιωναῖος
Σκιώνη
σκιωτός
σκλαίην
σκλῆμα
σκλῆναι
σκληραγωγέω
σκληραγωγία
σκληράργιλλος
σκληρασία
σκληραύχην
σκληρευνία
σκληρία
Σκληρίας
σκληρίασις
σκληριάω
σκληρόβιος
σκληροβίοτος
σκληρόγεως
σκληρογνώμων
σκληρόδερμος
σκληροδίαιτος
σκληροειδής
σκληρόθριξ
σκληροκαρδία
…
σκιφός
Save
LSJ
Pape
σκῑφός, ή, όν,
=
κνιπός,
Suid.
(s.v.l.).
σκιφός
, [ῑ], = κνιπός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}