σκιφατόμος
σκιφατόμος, cutter of palms for
σκιφᾱτόμος, ὁ,
- cutter of palms for ψίλινοι στέφανοι (cf. ψιλινοποιός), IG 5(1).212.63 (Sparta, i B.C.): cf. σκιφίνιον and κίφος.