σκιάεις
σκῐάεις [ᾰ], εσσα, εν,
- = σκιόεις, Hdn.Gr. 1.239: contr. σκιᾶς, ᾶντος, Id. 2.618.
σκῐᾱεις (cf. σκιόεις.)
- 1shadowy χθονὸς ὀμφαλὸν παρὰ σκιάεντα (Housman: σκιόεντα Π.) Pae. 6.17