σκιαδίσκη
σκῐᾰδίσκη, ἡ,
- Dim. of σκιάδειον, πάϊς Κύκης . . σ. φορεῖ γυναιξὶν αὔτως Anacr. 21.13.
σκιαδίσκη, ης (ἡ) [ᾰ] ombrelle, parasol, Anacr. 19, 13.
Étym. dim. de σκιάς.
σκιαδίσκη, ἡ, = σκιάδειον, Anacr. 66.11.