σκληρόστρακος
σκληρόστρακος, hard-shelled
σκληρ-όστρᾰκος, ον,
- hard-shelled, Arist. HA 528b2.
σκληρ·όστρακος, ος, ον [ᾰ] à écaille dure, Arstt. H.A. 4, 4, 9.
Étym. σκλ. ὄστρακον.
σκληρόστρακος, hartschalig, Arist. H.A. 4.4.