About
Menu

σκληροτράχηλος

σκληροτράχηλος, stiff-necked

σκληροτράχηλος [ᾰ], ον,
  • stiff-necked, LXX Ex. 33.3, al., Aesop. 318, Act.Ap. 7.51; cf. σκληραύχην:—hence σκληροτρᾰχηλέω, Hsch. s.v. Τελχιτένοντες, Phot. s.v. Τελχιταίνει, EM 751.36.

Saved

Recent