σκύλευσις Save LSJ Bailly 2024 Pape σκῡλ-ευσις, εως, ἡ, = σκυλεία, τάφου SIG 1233 (Cilicia), cf. Heb. Jb. 15.21. σκύλευσις, εως (ἡ) [ῡ] c. σκυλεία, Symm. σκύλευσις, ἡ, = σκυλεία, Sp.