About Report a problem

Menu

σταλτικός

σταλτικός, capable of staunching

σταλ-τικός, ή, όν,
  • capable of staunching, Arist. Pr. 863a14; capable of checking, astringent, οἶνος κοιλίας -ώτατος Str. 5.3.10, cf. Diocl. Fr. 141, Dsc. 2.90 (Comp.); δύναμις σ. τῶν ἐκσαρκούντων Id. 5.87; καρκινωμάτων Id. 1.68; ὑποσάλων ὀδόντων ib. 105 (v.l. στατικόν).

Saved

Recent